ΕΠΙΚΑΙΡΑ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΒΕΛΗΒΑΣΑΚΗ: ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΔΕΝ 'ΠΡΕΠΕΙ' ΚΑΤΙ ΚΑΤΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ


Γεωργία Βεληβασάκη, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Νέα Αλικαρνασσό της Κρήτης. Δικαίως  η μεγαλόνησος φημίζεται για τις καθαρές και γεμάτο συναισθήματα φωνές της. Πόσο μάλλον για την συγκεκριμένη, που η φωνή της έχει μυρωδιά ανατολής, μιας και οι ρίζες της κρατούν από την μικρά Ασία και συγκεκριμένα από τα Βουρλά. Με αφορμή την παράσταση "Κονσέρτο για μια μέρα που πέρασε", που ανεβαίνει αυτό τον καιρό στο Θέατρο Τ, συνομιλήσαμε μαζί της και μας αποκάλυψε πολλά! Απολαύστε!

Κειμενογράφος και πρωταγωνίστρια στη μουσικοθεατρική παράσταση "Κονσέρτο για μια μέρα που πέρασε". Πείτε μας, τι πραγματεύεται η παράσταση;

Πρόκειται για μια αλληγορία, για την περιπέτεια της ύπαρξης σ’ ένα κλειστό δωμάτιο. Το δωμάτιο συμβολίζει τον περιορισμένο χωροχρόνο της ανθρώπινης εμπειρίας. Η Φιλομήλα σωρεύει πέτρες και χτίζεται από αυτές, ονειρεύεται να γίνει θάλασσα, όλη της η ζωή είναι λέξεις και νότες, αναζητά τις συντεταγμένες της, μετράει... Ο χρόνος την εμπαίζει, συμπάσχει ή τη σαρκάζει. Η κιθάρα λειτουργεί ως ένα alter ego της: παίζει με νότες ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί με λέξεις. Όλα συμβαίνουν σε μία ημέρα ή σε μία ζωή. Το έργο πραγματεύεται τη σχέση μας με τον χρόνο και τις επιθυμίες μας, με την αλήθεια, τον εαυτό μας και τον κόσμο.


Τι ήταν αυτό που σας ώθησε στο να συγγράψετε αυτή τη μουσικοθεατρική παράσταση;

Εν αρχή ήρθε ο τίτλος, «Κοντσέρτο για μία ημέρα που πέρασε», ως έμπνευση της στιγμής, μαζί με την ιδέα ενός ποιητικού αφηγήματος, που θα μπορούσε να παρασταθεί. Αναζήτησα το πρώτο μου υλικό σε ποιήματα που είχα γράψει τα προηγούμενα χρόνια, τα επεξεργάστηκα, έγραψα καινούρια, βρήκα συνδέσεις με έργα άλλων λογοτεχνών, κι όλα αυτά με στόχο τη σύνθεση ενός αφηγηματικού όλου. Πολύτιμη η αρωγή του ποιητή/πεζογράφου Γιώργου Παναγιωτίδη, που στάθηκε δίπλα μου καθ’ όλη τη διάρκεια του εγχειρήματος, ασκώντας επιμέλεια όσον αφορά το λογοτεχνικό κομμάτι. Εργάστηκα πάνω στο concept αρκετό καιρό, έσβησα και έγραψα πολλές φορές, πριν αποφασίσω να το δοκιμάσω επί σκηνής και να φτάσει να εκδοθεί ως βιβλίο.

Στην παράσταση παρατηρούμε αποσπάσματα λόγου και ποίησης μεγάλων συγγραφέων, όπως και προβολή οπτικοακουστικού υλικού. Ένα ομολογουμένως όμορφο πάντρεμα σκηνοθεσίας και κειμένου. Πιστεύετε ότι οι παραστάσεις θα πρέπει πλέον να συνδυάζουν όλα τα μέσα που έχει στα χέρια του ένας σκηνοθέτης;

Στην τέχνη δεν «πρέπει» κάτι καταναγκαστικά. Όλα εξαρτώνται από εκείνο που θέλει κανείς να πει και να παρουσιάσει. Δεν είμαι σκηνοθέτης. Το έργο, όμως, το είδα ως μια ολότητα. Το οπτικοακουστικό υλικό είναι μέρος του αφηγήματος. Ασχολήθηκα προσωπικά με αυτό.Όσον αφορά τα θραύσματα από έργα άλλων λογοτεχνών/καλλιτεχνών/φιλοσόφων, που ενυπάρχουν και επανασημασιοδοτούνται μέσα στο πρωτότυπο κείμενο, εργάστηκα με την τεχνική του pastiche. Δεν πρόκειται για κάτι νέο. Ως παράδειγμα, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ, αλλά και τις ποιητικές δοκιμές του Γιώργου Σεφέρη. Σήμερα είναι ένας ιδιαίτερα αγαπητός τρόπος ποιητικής γραφής. Στη λογοτεχνία ανήκει σε αυτό που λέμε «διακειμενικότητα». Στη μουσικοθεατρική παρουσίαση του έργου, ομολογουμένως, συνδυάζω καλλιτεχνικές μου πλευρές, όπως είναι η μουσική, η ερμηνεία και η γραφή.


Ένα έργο που συνδυάζει, επίσης, κείμενο και μουσική. Πόσο δύσκολο ήταν για εσάς η ενσάρκωση της Φιλομήλας.

Η μουσική δε θα μπορούσε να λείπει. Είναι μέρος της καλλιτεχνικής μου φύσης. Τη Φιλομήλα την είδα ως ένα αρχέτυπο. Οι σκέψεις της, οι αγωνίες της, είναι σκέψεις και αγωνίες του καθενός από μας. Η σχέση μας με τον χρόνο, με τον κόσμο, η αναζήτηση της ευτυχίας, η ματαίωση, ανήκουν στο πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας, ώστε η ενσάρκωση της ηρωίδας να γίνεται, εντέλει, έκφραση, ταυτόχρονα, κοινή και προσωπική. Αν ήταν δύσκολο; Καθώς έγραψα το κείμενο, είχα εξαρχής την αίσθηση τού πώς θα ήθελα να παρασταθεί, χωρίς, ωστόσο, να διεκδικώ την ιδιότητα της ηθοποιού. Άλλος ερμηνευτής θα μπορούσε να δει άλλα πράγματα και όψεις άλλες…

Η μουσικοθεατρική παράστασή σας ανεβαίνει στην Θεσσαλονίκη για δεύτερη χρονιά. Από την εμπειρία σας τι πιστεύετε; Το κοινό της Θεσσαλονίκης είναι δεκτικό σε τέτοιου είδους παραστάσεις;

Το κοινό της Θεσσαλονίκης είναι σίγουρα φιλοθεάμων. Δεν είναι τυχαίο ότι ανεβαίνουν τόσες παραστάσεις στην πόλη. Αναγνωρίζει το καλό και το στηρίζει. Η προϋπόθεση είναι να φτάσει η πληροφορία. Βέβαια, θα πάει ευκολότερα σε ένα έργο που ήδη γνωρίζει ή έχει ακούσει γι’ αυτό. Εδώ το ρόλο τους έχουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, αλλά και οι ίδιοι οι θεατές που μεταφέρουν την αίσθησή τους. Όσον αφορά τη δική μας παράσταση, τα σχόλια που εισπράττουμε είναι θετικά και χαιρόμαστε γι’ αυτό. Από την περσινή έως τη φετινή παράσταση η σκηνοθετική μας γραμμή έχει αλλάξει. Ο Κωνσταντίνος Αθυρίδης, ως σκηνοθέτης, πρόσθεσε θεατρικότητα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ήρθαν να δουν το έργο ξανά.


To 2008 ποιήματά σας συμπεριλαμβάνονται στον τόμο "Σύγχρονοι Έλληνες Λογοτέχνες" από τις εκδόσεις Ωρίων. Πείτε μας ποια βήματα ακολούθησαν μετά από αυτή τη συμμετοχή;

Ανέκαθεν, έγραφα, παράλληλα με τις μουσικές και μουσικοθεατρικές δραστηριότητές μου. Το 2003 τόλμησα, για πρώτη φορά, να εκθέσω στίχους μου, που έγιναν τραγούδια. Στην πορεία (2008-2018), ποιήματα και κείμενά μου φιλοξενήθηκαν από λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολόγια και διαδικτυακές πλατφόρμες. Το 2011 κυκλοφόρησε το έμμετρο μουσικό παραμύθι Το Μικρό Μυστικό της Ζωής, σε μουσική Κωνσταντίνου Αθυρίδη, που έγινε και μουσικοθεατρική παράσταση. Από το 2012 έως το 2015 ασχολήθηκα με τη μετάφραση/υπέρτιτλους του έργου «Alexander the Great. Rock Opera», που ανέβηκε στο ΜΜΘ, στο Βασιλικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και αλλού. Τον Δεκέμβριο 2017 το θεατρικό μου μονόπρακτο «Τελευταία φορά» βραβεύτηκε από την Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδος και τον Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων, ενώ παρουσιάστηκε σε παραγωγή του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης στις 23-25 Μαρτίου 2018. Το να γράφω μού είναι τόσο απαραίτητο, όσο το να αναπνέω. Είναι η έκφρασή μου και ο κοινός τόπος που αναζητώ.

Σας είδαμε να συνεργάζεστε με μεγάλα ονόματα της μουσικής σκηνής, Σταθήκαμε σε αυτή με τον αργεντινό κιθαρίστα Luis Borda για τον δίσκο "Αleli". Πώς βιώσατε αυτή τη συνεργασία, αυτό το ταξίδι από την Κρήτη μέχρι το Buenos Aires;

Η αλήθεια είναι ότι από το ξεκίνημά μου, κιόλας, συνεργάστηκα με σημαντικούς καλλιτέχνες, μια σοβαρή σπουδή για μένα. Η συνεργασία μου με τον Luis Borda σκέτη ευλογία. Μια μουσική συνεύρεση που με πλούτισε και μου άνοιξε δρόμους: συναυλίες στην Ευρώπη, επαφή με ένα άλλο κοινό, αλλά κι αυτή η σύζευξη των μουσικών μας παραδόσεων. Για την ώρα, έχουμε μεν ολοκληρώσει έναν κύκλο, αλλά έχουμε ανοίξει νέο. Σύντομα θα είμαστε έτοιμοι να παρουσιάσουμε καινούρια μας τραγούδια…  


Αν είχαμε ένα μαγικό ραβδί και σας το δίναμε με σκοπό να επιλέξετε έναν συνεργάτη. Ποιος θα ήταν αυτός που θα επιλέγατε να συνεργαστείτε ερμηνευτικά είτε είναι εν ζωή είτε όχι. 

Μα οι συνεργάτες που ήδη έχω (Κωνσταντίνος Αθυρίδης, Ανδρέας Ζιάκας, Luis Borda, Γιάννης Μαυρίδης) είναι το καλύτερό μου. Είναι σημαντικό για μένα να μιλάμε την ίδια γλώσσα και να κοιτάμε προς την ίδια αισθητική κατεύθυνση. Αλλά αφού λέτε για «μαγικό ραβδί» και μάλιστα σε χρόνο άχρονο, θα ήθελα να ήμουν μέλος της παρέας του Cabaret Voltaire, εκείνους τους μήνες του 1916.

Σίγουρα έχετε συνηθίσει σε πολύ καλές κριτικές για τις δουλειές σας, ωστόσο, ό,τι κάνουμε ίσως να μην αρέσει σε όλους. Εσείς πώς θα αντιδρούσατε σε μία κακή κριτική; 

Σας διαβεβαιώ, πάντως, πως δεν έχω συνηθίσει τις καλές κριτικές (ακόμη). Επίσης, όταν συνηθίζω κάτι κάνω ό,τι μπορώ να το ξεσυνηθίσω (οπότε μην ανησυχείτε). Πώς θα αντιδρούσα σε μια αρνητική κριτική; Ανάλογα με την πηγή της. Καμιά φορά μπορεί να δείξει ένα πεδίο που μου είχε διαφύγει, ώστε να βελτιώσω κάτι ή να το δω με άλλη ματιά. Κατά τα άλλα: κόκκινα άλογα ή αλλιώς, ωκεανός γεμάτος ψάρια.  (Σαν να λέμε, είναι αυτονόητο το ότι δεν μπορεί να αρέσουμε σε όλους).

"Κονσέρτο για μια μέρα που πέρασε" στο θέατρο Τ. Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια αφού πέσει η αυλαία; 

Έχω μια διπλωματική μπροστά μου, ένα νέο έργο που θέλω να γράψω, μουσικές παραστάσεις που έρχονται (στη Θεσσαλονίκη, για παράδειγμα, έχουμε ένα ισπανόφωνο liveστις 26 Απριλίου 2018, στο «Καφωδείο Ελληνικόν» στη Βενιζέλου), καινούρια τραγούδια με τον Luis Borda, την παρουσίαση του βιβλίου «Κοντσέρτο για μία ημέρα που έφυγε» (σύντομα) κι ένα άνοιγμα σε νέες καλλιτεχνικές εμπειρίες που αφορούν, κυρίως, την performativeποίηση. Όταν κλείνει μια αυλαία ανοίγει άλλη, έτσι δεν είναι; (Τουλάχιστον, για όσο καιρό είμαστε ακόμη δημιουργικά ενεργοί). Πάντως, μπορεί κανείς να μαθαίνει τα νέα μας από τον ιστόχωρο www.velivasaki.gr.

Συνέντευξη: ΑΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Για περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: 'ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ' ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ Τ

TOWNSENDIA Designed by ΕΡΗ Χ. Templateism.com Copyright © 2016

Εικόνες θέματος από Bim. Από το Blogger.